(Trigger warning: το κείμενο περιέχει γλαφυρές περιγραφές κατανάλωσης ζωικών.)
Μεγάλωσα στην Ελλάδα. Γεννήθηκα και ζούσα στην Αθήνα, όμως περνούσα μεγάλο κομμάτι απ’ τα καλοκαίρια μου στο χωριό των παππούδων μου, στην Πελοπόννησο. Το Πάσχα ο παππούς μου έπλενε με το λάστιχο τα εντόσθια του αρνιού στην αυλή, για να τα τυλίξει μετά γύρω απ’ τα συκωτάκια και να φτιάξει φρέσκο κοκορέτσι. Δεν έτρωγα αρνί, δε μου άρεσε η γεύση. Μου άρεσε μόνο να τραβάω και να τρώω τις ξεροψημένες πέτσες, όσο ήταν ακόμα πάνω στη σούβλα. Ύστερα έτρωγα μόνο πατάτες και σαλάτα. Και το έξω-έξω απ’ το κοκορέτσι. Το τραγανό. Είχε ήλιο, φορούσα τα πασχαλινά μου, ήταν εκεί οι γονείς και οι παππούδες μου και οι φίλες μου απ’ το χωριό και ο αδελφός μου και παίζαμε στην αυλή για ώρες ενώ οι μεγάλοι έτρωγαν και έπιναν και μετά μάζευαν το τραπέζι. Ήταν ειδυλλιακά.
Τα (υπέροχα) φοιτητικά μου χρόνια τα πέρασα στην Ξάνθη. Το τελευταίο έτος, εκείνο της διπλωματικής εργασίας, που περνούσαμε 20 ώρες τη μέρα στη σχολή (κυριολεκτώ), τρώγαμε σχεδόν κάθε μεσημέρι γιαουρτλού κεμπάπ. Όλα τα προηγούμενα έτη βγαίναμε και τρώγαμε ό,τι τρώει κανείς στις ελληνικές ταβέρνες. Καλαμαράκια, πανσέτες, μπιφτέκια, σουτζουκάκια. Και πίναμε επίσης αδιανόητα πολύ. Καφέ και αλκοόλ. Τα λαχανικά ήταν ντεκόρ και το μόνο μαρούλι που ακουμπούσα ήταν όταν αποφασίζαμε να φάμε υγιεινά και παίρναμε για πρωινό το σάντουιτς γαλοπούλα.
Μετά την Ξάνθη, βρέθηκα για μεταπτυχιακό στην Ολλανδία. Μια χώρα με ιδιαίτερα φτωχή κουζίνα, μιας που οι Ολλανδοί βλέπουν το φαγητό περισσότερο σαν πηγή ενέργειας, παρά σαν κοινωνική δραστηριότητα. Παρ’ όλα αυτά, λόγο του αποικιοκρατικού τους παρελθόντος, έχουν αρκετά εστιατόρια με πιο εξωτικές κουζίνες όπως για παράδειγμα ινδικά, ασιατικά ή σουριναμέζικα. Εδώ έμαθα να τρώω σούσι και δοκίμασα διάφορες γεύσεις. Στην καθημερινότητά μας το κρέας πάλι κυριαρχούσε. Ήταν η εύκολη, γρήγορη και φθηνή λύση. Το ψάρι ήταν για τις μέρες που θέλαμε -μαζί πλέον με τον σύντροφό μου, που αργότερα έγινε συζυγός μου και που επίσης είχε φάει κιλά γιαουρτλού στην Ξάνθη- κάτι πιο ελαφρύ.
Στο δεύτερο και τελευταίο έτος του Μάστερ μου έκανα τη διπλωματική μου εργασία. Η ιδέα μου ήταν να μελετήσω πώς θα μπορούσε κανείς να παράξει το φαγητού του μέσα στις πόλεις. Πώς θα μπορούσαμε δηλαδή να έχουμε στο σπίτι μας ενυδρεία για τσιπούρες, υδροπονικές καλλιέργειες για ντομάτες, τεράριουμ με έντομα (πολύ της μόδας τότε η εντομοφαγία σαν εναλλακτική για ζωική πρωτεΐνη). Και τι θα γινόταν αν κάποιος ήθελε χοιρινό, μοσχάρι, κοτόπουλο; Ποιά θα ήταν η καταλληλότερη λύση; Ίσως να είχε κάθε γειτονιά ένα χωράφι; Κάθε πότε θα μπορούσαν τότε να σφάζουν και να τρώνε κρέας; Και αν ήθελαν τα ζώα να εκτρέφονται με βιολογικά στάνταρ;
Τα νούμερα ήταν αμείλικτα. Παμφαγική διατροφή με βιολογικά στάνταρ αλλά ακόμα και χωρίς, δεν χωρούσε μέσα στις πόλεις. Η διατροφική αυτονομία με μονάδες στο μέγεθος ντουλαπιού, με μικροθερμοκήπια σε στυλ ΙΚΕΑ, για να χωράνε στον αστικό ιστό, ήταν δυνατή μονάχα με αυστηρά φυτοφαγική διατροφή. Άντε και με καμία κότα, όμως μόνο για τα αυγά και όχι για το κρέας.
(Εδώ η εργασία για όποιο ενδιαφέρεται να τη δει αναλυτικά. Τα pdf στο κάτω μέρος)
Το ένα έφερε το άλλο στην έρευνά μου και είδα το Earthlings και το Forks over Knives. Έγινα βίγκαν μέσα σε μια νύχτα. Πράγμα όχι ιδιαίτερα σοφό, γιατί δεν ήξερα τι σκατά να φάω. Μίλησα στο Νίκο για όσα είχαμε δει. Είπε ότι ήθελε κι εκείνος να με ακολουθήσει. Τρώγαμε μαρούλια και αγγούρια, φακές μαγειρεμένες λάσπη, όπως τις κάνανε οι γιαγιάδες μας. Ψιλοβασανιζόμασταν. Δεν απολαμβάναμε το φαγητό και πεινούσαμε. Όμως ξέραμε ότι δεν μπορούσαμε να κάνουμε πίσω, δεν το άντεχε η καρδιά μας.
Οπότε ψάξαμε από δω κι από κει στο ίντερνετ και σε βιβλία. Μάθαμε να μαγειρεύουμε χορτοφαγικά, ανακαλύψαμε νέα υλικά, τη σημασία της βιταμίνης B12 και της βιταμίνης D. Μάθαμε πόσο νόστιμα είναι το μπρόκολο και το κουνουπίδι ψητά στο φούρνο. Πόσο υπέροχα γεμιστικές σαλάτες μπορείς να κάνεις με φασόλια. Πόσο τέλειο πρωινό είναι η βρώμη με φρούτα. Χορτάσαμε και πλουτίσαμε φοβερά -φοβερά!!!- το ρεπερτόριο των υλικών μας.
Για δύο χρόνια υπήρξαμε σκληροπυρηνικοί βίγκαν. Πήγαμε στο Παρίσι και τρώγαμε μόνο το βίγκαν σάντουιτς από τα Subways. Γιατί δεν είχε τίποτα άλλο και γιατί ήμασταν δυο φτωχοί φοιτητές. Είχαμε ο ένας τον άλλο και το ίδιο το Παρίσι να μας μεθάει. Το φαγητό δεν είχε τόση σημασία.
Δύο χρόνια αργότερα έμεινα έγκυος στη μεγάλη μας κόρη. Όλα μου μύριζαν, δεν είχα όρεξη για τίποτα και ήθελα απελπισμένα, απεγνωσμένα τυρί. Ένιωθα φοβερά άσχημα, γιατί είχα πάρει ό,τι βιβλία κυκλοφορούσαν για βίγκαν εγκυμοσύνη (2-3 τότε, μη φανταστείτε). Και τελικά μια μέρα ενέδωσα. Έτρωγα τοστ με διπλό (ζωικό) τυρί για δύο μήνες. Όταν οι ναυτίες πέρασαν, τα τυριά παρέμειναν στη ζωή μας. Ο Νίκος δούλευε στο Άμστερνταμ, έφευγε αξημέρωτα και γυρνούσε αργά το βράδυ. Ήμουν μόνη μεγάλο κομμάτι της μέρας και δεν υπήρχε άλλη βίγκαν τριγύρω να νιώσω μια συντροφικότητα.
Η κόρη μας θήλασε μέχρι τα πέντε και έτρωγε βίγκαν τον πρώτο χρόνο της ζωής της. Μετά ήρθαν οι χυλοπίτες και οι τραχανάδες από την Ελλάδα. Εύκολο και γρήγορο βραδινό, το παιδί τα λάτρευε. Κάναμε κάθε τόσο προσπάθειες να επιστρέψουμε στην αυστηρά φυτοφαγική διατροφή. Ψάχναμε για βίγκαν τραχανά και χυλοπίτα. Οι δικοί μας μας έστελναν όποτε έβρισκαν. Κόβαμε τα γαλακτοκομικά, μετά ερχόταν πάλι μια περίοδος μεγάλης κούρασης -συνήθως ο μακρύς, σκοτεινός, Ολλανδικός χειμώνας- και “λυγίζαμε” πάλι, αναζητώντας στο φαγητό λίγη ζεστασιά. Την άνοιξη ξανακόβαμε τα γαλακτοκομικά. Κάποια καλοκαίρια στην Ελλάδα υποκύπταμε στο κορνέτο. Αλλά και -κυρίως- στην κοινωνική πίεση ή στις αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων. Κάποια άλλα πηγαίναμε αποφασισμένοι και τρώγαμε χορτοφαγικά.
Το τι μας πέταγε η ζωή στα μούτρα είχε άμεση επίδραση στο τι τρώγαμε κατά καιρούς. Συναισθηματική υπερφαγία; Ίσως. Ίσως όμως και κάτι πιο αθώο. Ίσως προσωπική φροντίδα. Σε κόστος της ζωής των ζώων, που παίρναμε το γάλα τους για το τυρί μας; Ναι. Γιατί αν δεν παλεύαμε και τα παρατούσαμε για τα καλά, δεν θα μπορούσαμε να τα υπερασπιστούμε όταν ξαναστεκόμαστε στα πόδια μας.
Πάμε στο σήμερα. Εδώ και ένα χρόνο ζούμε στη Γερμανία. Εδώ και ένα χρόνο η μεγάλη μας κόρη μας ανακοίνωσε ότι η ίδια δεν τρώει απλώς φυτοφαγικά (όπως τρώμε όλοι μας όταν είμαστε στο σπίτι), αλλά είναι βίγκαν. Δεν φοράει δέρμα, δεν τρώει μέλι, δεν τρώει βετζιτέριαν ούτε όταν βγαίνουμε έξω. Θα γράψω αναλυτικά γι’ αυτό, όμως θέλω να σας πω ότι η απόφασή της δεν μου έκανε εντύπωση. Μιλάμε συχνά για την επίδραση της κατανάλωσης ζωικών στα ίδια τα ζώα, στη φύση, στο περιβάλλον, στις ζωές των εργατών σε φάρμες και σφαγεία και αλιευτικά, στην υγεία. Μιλάμε συχνά για το πώς εμείς, οι γονείς τους, μεγαλώσαμε με παμφαγική διατροφή και τεράστιο μέρος του πιο όμορφου κομματιού της ζωής μας, του πιο ανέμελου, είναι συνδεδεμένο με την κατανάλωση ζωικών. Εξηγούμε το πώς εμείς έχουμε κάποιες αδυναμίες, τις οποίες τις παλεύουμε και το πώς χαιρόμαστε που εκείνη δεν χρειάζεται να παλέψει για να αλλάξει ριζωμένες (σωματικά και ψυχολογικά) συνήθειες.
Κι εμείς; Είμαστε πάλι επιτέλους βίγκαν;
Όχι. Εμείς τρώμε το 90% του χρόνου αυστηρά φυτοφαγικά (αυτό που για ευκολία λέμε βίγκαν διατροφή, αλλά που κανονικά είναι ολόκληρο λάηφστάηλ ενάντια στην εκμετάλλευση των ζώων). Στο σπίτι μαγειρεύουμε αυστηρά φυτοφαγικά, όταν βγαίνουμε έξω σαν οικογένεια πάντα φροντίζουμε να υπάρχουν φυτοφαγικές επιλογές για όποιον θέλει να τις επιλέξει. Εάν υπάρχει βίγκαν εστιατόριο εκεί που είμαστε, το στηρίζουμε. Ακόμα και όταν δεν είμαστε με τα παιδιά. Όμως, εάν έχουμε βγει οι δύο μας (πράγμα συγκλονιστικά σπάνιο δυστυχώς), εάν επισκεπτόμαστε μια άλλη χώρα και θέλουμε να δοκιμάσουμε ένα παραδοσιακό πιάτο, εάν νιώθουμε πολύ θλιμένοι ή πολύ χαρούμενοι και θέλουμε μια τόνωση μέσω ενός ταξιδιού στην παιδική ηλικία, τότε τρώμε τα πάντα. Από το 2012 μέχρι σήμερα έχουμε δοκιμάσει πολλές φορές τον βιγκανισμό και έχουμε καταλήξει ότι για εμάς το 90%-10% αυστηρά χορτοφαγική – παμφαγική διατροφή είναι αυτό που μας επιτρέπει να το κάνουμε σε βάθος χρόνου.
Η προσωπική μου θεώρηση είναι ότι ο πλανήτης δεν χρειάζεται εκατοντάδες τέλειους βίγκαν, αλλά εκατομμύρια ανθρώπους με μια όσο το δυνατόν περισσότερο φυτοφαγική διατροφή. Χαίρομαι που η κόρη μου είναι βίγκαν αυτή τη στιγμή. Χαίρομαι που πολλοί νέοι γονείς και νέα παιδιά ενημερώνονται και γνωρίζουν ότι τα παιδιά μπορούν να μεγαλώσουν βίγκαν με ασφάλεια και μάλιστα προστατεύοντας και θωρακίζοντας την υγεία τους ακόμα περισσότερο όντας βίγκαν. Χαίρομαι που οι γονείς μου και οι γονείς του άντρα μου φρόντιζαν και φροντίζουν να υπάρχουν πάντα φυτοφαγικές επιλογές στο τραπέζι για εμάς και τα παιδιά. Χαίρομαι που η αυστηρά χορτοφαγική διατροφή γίνεται πιο προσβάσιμη.
Έχω όμως ερωτήματα που θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας σε επόμενα άρθρα. Όπως για παράδειγμα, γίνεται πράγματι πιο προσβάσιμη η φυτοφαγική διατροφή, όταν τα νέα τρόφιμα που μαρκετάρονται σαν βίγκαν, είναι στη μεγάλη τους πλειοψηφία φοβερά επεξεργασμένα, ενώ φρούτα και λαχανικά ακριβαίνουν; Ή, θα καταφέρουμε να έχουμε περισσότερους βίγκαν με το να αναγκάζουμε τον κόσμο να βλέπει φοβερά βίαια, κακοποιητικά βίντεο και να βυθίζεται σε ενοχές; Υπάρχουν άλλοι τρόποι και μέσες λύσεις;
Θα χαρώ πολύ στο νέο αυτό φιλόξενο χώρο να ανοίξουν τέτοιου είδους διάλογοι και ευχαριστώ την Ελένη και την Άσπα που με κάλεσαν να γίνω μέρος του! Καλή αρχή στα ταξίδια όλων μας!



